Μετάβαση στο περιεχόμενο

Μακρινή Πατρίδα

Ω! μακρινή εξαίσια πατρίδα - το νου μου θαμπώνεις με το άγνωστο μεγαλείο σου!

Ποιος είναι ο τόπος;

01/09/2015
Γιάννης Τσαρούχης - Σπίτι με Καρυάτιδες (1952)
yannisTsarouxis

Σπίτι με Καρυάτιδες – Γιάννης Τσαρούχης 1952

Γέλασε χωρίς κέφι. Ένας μορτάκος τριγύριζε στήνοντας ξόβεργες για τα σπουργίτια.
—Ρώτησε τον της είπα, μπορεί να ξέρει ποιος κατοικεί τώρα σ’ αυτό το σπίτι.
Καλοπροαίρετα προχώρησε και τον ρώτησε.
—Υπαλλήλοι, είπε ο μικρός κι έφυγε μακριά.
—Υπαλλήλοι ξαναείπε η Σαλώμη αδιάφορα.
Έπειτα χωρίς ειρμό και χωρίς να με κοιτάξει:
—Την αγαπάς την Ελλάδα σου;
—Δεν ξέρω της είπα, αν αυτό είναι αγάπη ή μια αντιδικία με την υπερηφάνεια μου.
—Η υπερηφάνεια, είπε, αυτός είναι ο μεγάλος κίνδυνος, αν…
Άφησε τη φράση της ασυμπλήρωτη, κοιτάζοντας θαμπά. Είπα ακόμη:
— Έπειτα, ποιος είναι ο τόπος όπου το κορμί μας υπάρχει; Όλοι οι άλλοι μας διώχνουν

Τα μάτια της ζωήρεψαν αλλά δε μίλησε. Περπατήσαμε προς το Θησείο. Καθώς ανεβαίναμε στο περιστύλιο, κάτι ολόξανθοι ξένοι όρμησαν σύσσωμοι κατά το μηχάνημα ενός πλανόδιου φωτογράφου. Έπεσαν πάνω του σαν ένα σμάρι μύγες σε γλύκισμα. Η σκόνη αγκύλωνε τα μάτια και στέγνωνε τα χείλια. Ένιωθα την πλήξη να κλείνει σιγά και σίγουρα όλα τα περάσματα.
—Στο σπίτι θα είμαστε πιο προστατεμένοι, είπε δειλά.

«Έξι νύχτες στην Ακρόπολη» σελ. 138

6 Νύχτες στην Ακρόπολη

30/03/2015

Ακρόπολη 2

angels

Βάλε τ’ αυτί σου και πρόσεξε τους ήχους που βράζουν σ’ ένα σπίτι γεμάτο σκοτάδι
άπλωσε τα χέρια για να ψηλαφήσουν τα δάχτυλα σου της νύχτας το υφάδι
άφησε τα κυνηγημένα χρώματα και τις γραμμές ξεχασμένων προσώπων
προσπέρασε τον πόνο των ανθρώπων.Στο δέρμα του μαύρου τυμπάνου ρίξε την αφή και την ακοή σου,
ρίξε τις σαν τη στάθμη στον ωκεανό και κράτησε την αναπνοή σου,
προσηλώσου στο σκοτάδι που γεννά δαχτυλίδια σαν τους κύκλους στόχου
και ξεσφίγγει το σφίξιμο του βρόχου.

Λύτρωσε τους αγγέλους που γονάτισαν και κλαίνε μέσα στην ψυχή σου τόσα χρόνια
άφησε τους να ξαναβρούν το κορμί τους μέσα στον μεγάλο κόσμο…

Ήταν Ιούλιος, δυο ώρες μεσημέρι έκαιγε η ζέστη, τα πόδια κολλούσαν στην άσφαλτο, τα ρούχα στο κορμί, το κορμί στην ψυχή που εξατμίζουνταν. Πήγαινα για τσιγάρα. Το κιόσκι σκεπασμένο πάνω ως κάτω με τα κιτρινισμένα φύλλα που διαφημίζουν τις γύμνιες κάθε δυτικής χώρας. Άντρες τριγύριζαν με πρόσωπα αλειμμένα υδράργυρο και μαύρο βερνίκι, γυναίκες με μπράτσα γυμνά, από τη ρίζα ως τα νύχια επισημασμένα από τα συστηματικά έντομα του κρεβατιού.

clichyΤι μου ‘ρθε τότε να ζητήσω τη σχέση που είχαν μεταξύ τους αυτοί οι άντρες, αυτές οι γυναίκες, αυτός ο τόπος. Από τότες άρχισαν τα βάσανα μου. Γύρισα τους δρόμους, τα εστιατόρια, τα τραμ, τα συνοικιακά θέατρα, τους υπαίθριους κινηματογράφους, τον καραγκιόζη, τα καφενεδάκια όπου βολεύει κανείς την ανυπόφορη νύχτα μ’ ένα χωνί πασατέμπο… και που δεν παραμόνεψα για να τους μάθω. Πιανόμουν από μια ματιά, από ένα σχήμα του χεριού, κυκλοφορούσα μέσα στον άνθρωπο κι έβγαινα στον αφρό εξαντλημένος σα να είχα ταξιδέψει μέσα σε δέντρο. Σκότωνα τα φαντάσματα που γεννούσα μόλις μια από τις αισθήσεις μου παραστρατούσε. Δοκίμαζα πάνω στον άνθρωπο την πράξη της αναγωγής στο φυσικό του μέγεθος. Οι περισσότεροι μίκραιναν, μίκραιναν και στο τέλος φεύγαν μέσ’ απ’ τα δάχτυλα μου σαν κουνούπια. Άλλοι δεν έχαναν ούτε μια γραμμή απ’ τον όγκο τους, μόνο…

Πήρε μια ανάσα. Η Σαλώμη είχε κλείσει τα μάτια. Το φως του φεγγαριού σκέπαζε με χιόνι το πρόσωπο της. Ένιωσε ολωσδιόλου χαμένος. Εκείνη, σαν άνθρωπος που ονειρεύεται συνέχισε:
μόνο που ήρθε τότε η γοργόνα η κοντοποδαρούσα.
Έσκυψε απότομα, γύρεψε το σάκο της και τον άνοιξε:
Αύριο τ’ απόγεμα δε θα είναι κανείς στο σπίτι. Θα ‘ρθω περίμενε με, να το κλειδί. Νομίζω θα μας κάνει καλό.
Την πρόφερη τη φράση καθαρά, ήσυχα σα νοσοκόμα, και τον εχάιδεψε στον ώμο. Τότε ακούστηκε το πρώτο σφύριγμα των φρουρών.

(Έξι Νύχτες στην Ακρόπολη – Ερμής 1998)

Φωτο1 Αρχική πηγή imdb.com Angels in America
Φωτο2 Αρχική πηγή imdb.com Quiet days in Clichy

Κιρκιντζές – Sirince

25/09/2012

Kirkinze

Κιρκιντζές – Άνω Έφεσος – Sirince Upper Ephesus

Şirince

Şirince (Photo credit: drencrome)

Χωριό της Μικράς Ασίας της περιοιχής της Άνω Εφέσου (Ephesus) – κατά τη ντόπια διάλεκτο της εποχής του 1900, Ανατολίας, απ’ όπου εξεδιώχθη με την οικογένεια της, η Διδώ Σωτηρίου συγγραφεύς του βιβλίου «Ματωμένα Χώματα».

Στο βιβλίο αναφέρει: «Το χωριό μας ήταν πολύ όμορφο. Τα σπίτια τα είχαν κτίσει Ηπειρώτες μαστόροι που είχαν μετοικήσει εδώ κι έτσι έμοιαζαν με εκείνα του Πηλίου…»

Το χωριό αυτό είναι αμφιθεατρικά κτισμένο, πολύ όμορφο – εξ ού και η ονομασία που του δόθηκε απ΄τους Τούρκους το 1926: Sirince, ευχάριστο.
Πνιγμένο στο πράσινο των πεύκων και των ελαιόδενδρων, σε αρκετό υψόμετρο εποπτεύει από ψηλά τους κάμπους που περιβάλουν  το αρχαίο θέατρο της Εφέσου ίσαμε τη Θάλασσα. Το κτίσμα του ελληνικού Σχολείου έχει διατηρηθεί ανέπαφο είναι τυπικού δείγματος της αρχιτεκτονικής της παλιάς Σμύρνης.

Σήμερα είναι ένα τυπικό ορεινό Τουρκοχώρι (Sirince) με το παζάρι, την πλατεία με τα πλατάνια, τους υπαίθριους πωλητές.  Η ηρεμία του τοπίου, η απλότητα των κατοίκων, η ντόπια πραμάτεια του παζαριού εντυπωσιάζει τον επισκέπτη.

Αξίζει να το επισκεφθούν όσοι επισκεφθούν την Έφεσο αλλά και όσοι και έχουν σκοπό να ξαναπάνε…

περισσότερα

Cosmopolitan Smyrna

25/09/2012
tags:

Cosmopolitan Smyrna «Το Δερβισάκι»

Smyrna massacre, 1922. Railroad pier in Smyrna...

Smyrna massacre, 1922. Railroad pier in Smyrna, where refugees embarked. (Photo credit: Wikipedia)

«Το Προσφυγάκι» του Μάρκου Μέλκου που τραγουδά και παίζει ούτι ο ίδιος σ’ αυτή την ηχογράφηση που έγινε στις ΗΠΑ περί το 1950. Όλες οι φωτογραφίες στο βίντεο είναι από τη Σμύρνη. Αντανακλούν το πολυ-εθνικό χαρακτήρα της πόλης, εστιάζουν στα σημαντικά κτίρια και τοπία της προ του 1922 Σμύρνης. Οι γειτονιές και τα γύρω προάστια όπως το Καρατάς, το Κορδελιό, ο Μπουρνόβας, ο Πάγος  κλπ.

Την πόλη εγκατέλειψαν ολοσχερώς όλοι οι Έλληνες και Αρμένιοι κάτοικοι – το πλείστον των Λεβαντίνων και των Εβραίων κατά τα επόμενα χρόνια.

Göztepe, a suburb of İzmir, Turkey, circa 1880s

Göztepe, a suburb of İzmir, Turkey, circa 1880s (Photo credit: Wikipedia)

«The little refugee» Markos Melkon both sings und plays outi in this recording, made in the USA around 1950.The melody follows the hicazkiar mode.
All pictures originate without exception from Smyrna. They reflect the multi-ethnical landscape, show important buildings and sights of Smyrna before 1922. You also see the different quarters, parts and suburbs of the city, like «Karatas – Melantia», «Göztepe – Enopi», «Pagos – Kadifekale«, «Karsiyaka – Kordelio», «Kokaryali» (Near of Göztepe), «Buca» and «Bornova – Bournobat».

The whole Greeks, Armenians and the most of Levantiners, left the city 1922 and in the following years. Most Jews of Smyrna emigrated, after Israel was created.

Enjoy beautiful pictures and moving music! If you know more about the singer and the recording, please write it!
To more information about the pictures and the cosmopolitical history of Smyrna please visit:
http://www.levantineheritage.com/index.htm

Σημείωση στο Video του You Tube

Η Καταστροφή της Σμύρνης – 13/9/1922

25/09/2012
tags: ,

The Great Fire of Izmir – 13/9/1922

English: Greece soldiers stationed in Izmir be...

English: Greece soldiers stationed in Izmir between the Greek population welcoming them in the city on 15 May 1919 العربية: جنود يونان يتمركزون في إزمير بين السكان اليونانيين المرحبين بهم في المدينة في 15 أيار 1919 עברית: הצבא היווני באיזמיר – 15 במאי 1919 (Photo credit: Wikipedia)

Η Καταστροφή της Σμύρνης ξεκίνησε στις 13 Σεπτεμβρίου. Τουρκικά Στρατεύματα εισέβαλαν από το βόρειο τμήμα της παραλίας και εντός ολίγων ωρών άρχισαν να πυρπολούν σπίτια, μαγαζιά της παραλίας. Αυτό συνεχίστηκε για αρκετές μέρες με την παντελή απραξία των Συμμαχικών Ναυτικών Δυνάμεων – πλοία των οποίων ήταν αγκυροβολημένα στο λιμάνι.

Μετά από τέσσερις μέρες αφότου οι Τούρκοι μπήκαν στην πόλη, στις 9 Σεπτεμβρίου η Σμύρνη είχε παραδοθεί ολότελα στις φλόγες και ο πληθυσμός είχε εγκαταλείψει πανδημεί την πόλη.

Έτσι δόθηκε οριστικό τέλος στον Ελληνο-Τουρκικό πόλεμο (1919 – 1922) μετά από την έλευση των Ελληνικών Δυνάμεων στη Σμύρνη – στις 15 Μαϊου 1919.

—Δες περισσότερα Επίσης Σχετικά Άρθρο στο petitchalet.wordpress.com – Κορδελιό

The Great Fire of Smyrna was a fire that destroyed much of the port city of Smyrna in September 1922. Eye-witness reports state that the fire began on 13 September 1922 and lasted for several days. It occurred four days after the Turkish forces regained control of the city on 9 September 1922.

Thus, effectively ending the Greco-Turkish War (1919-1922) in the field, more than three years after the Greek army had landed troops at Smyrna on 15 May 1919.

Ωραίο Φθινοπωρινό πρωί

30/10/2011
Ακτή και βουνά της Αλβανίας από το φέρυ-μποτ

Image via Wikipedia

Κορυτσά Καλοκαίρι, 1937 (Έλληνικό Προξενείο, Κορυτσά – Πρόξενος Γ. Σεφέρης)

Να που μ’ αρέσουν επιτέλους αυτά τα βουνά
μ’ αυτό το φως με δέρμα ρυτιδωμένο σαν την κοιλιά του ελέφαντα
όταν τα μάτια του στενεύουν απ’ τα χρόνια.
Νά που μ’ αρέσουν αυτές οι λεύκες, δεν είναι
πολλές
σηκώνοντας τους ώμους μέσα στον ήλιο.
Οι αψηλοί γκέγκηδες
οι κοντοί τόσκηδες το καλοκαίρι με τα δρεπάνια
και το χειμώνα με τα τσεκούρια
κι όλο τα ίδια ξανά και ξανά, ίδιες κινήσεις στα ίδια σώματα
κόπηκε η μονοτονία.

Τι λέει ο Μουεζίνης στην άκρη του μιναρέ; για πρόσεξε
Έσκυψε ν’ αγκαλιάσει μια ξανθή κούκλα στο πλαινό μπαλκόνι.
Αυτή ανεμίζει δυό ρόδινα χεράκια στον ουρανό δεν παραδέχεται να τη βιάζουν
Ωστόσο γέρνει ο μιναρές και το μπαλκόνι σαν τον πύργο της Πίζας
ακούς μονάχα ψιθυρίσματα, δεν είναι τα φύλλα μήτε το νερό
«αλλάχ! αλλάχ!» δεν είναι μήτε τ’ αγεράκι,
παράξενη προσευχή
ένας κόκορας λάλησε,πρέπει να ‘ναι ξανθός
ώ ψυχή ερωτευμένη που πέταξες στα ύψη!

Να που μ’ αρέσουν επί τέλους αυτά τα
βουνά, έτσι κουλουριασμένα
το γερασμένο κοπάδι τριγύρω μου μ’ αυτές τις ρυτίδες
σκέφτηκε κανείς να πει τη μοίρα ενός βονού όπως κοιτάζει μια παλάμη

σκέφτηκε κανείς;…
΄Ω εκείνη η επίμονη σκέψη κλεισμένη σ’ ένα κουτί
αδειανό, θεληματική
χτυπώντας αδιάκοπα το χαρτόνι, όλη τη νύχτα
σαν ποντικός που ροκανίζει το πάτωμα

Κόπηκε η μονοτονία, ω εσύ που πέταξες στα ύψη
να που μ’ αρέσει
κι ατό το βουβάλι του μακεδονίτικου κάμπου
τόσο υπομονετικό
τόσο αβίαστο, σα να το ξέρει πως δεν φτάνει κανείς πουθενά

θυμίζει τ’ αγέρωχο κεφάλι του πολεμόχαρου Βερκινγετόριξ
Tel qu’ en lui-même enfin l’ éternité le change.

1937, Κορυτσά – «Ωραίο Φθινοπωρινό Πρωί»,  Γιώργος Σεφέρης – «Ημερολόγιο Καταστρώματος Α΄»,  Α΄έκδοση: Τυπογραφείο Ταρουσόπουλου, Αθήνα 1940 –
source

Το τραγούδι του ζητιάνου

25/10/2010
Γενική άποψη του Βοσπόρου από το Ρούμελη Χισσά...

Image via Wikipedia

Οι Φωνές – Έξι κομμάτι με τον τίτλο τους

Καλά ‘καναν οι πλούσιοι να σωπάσουν κ’ οι ευτυχισμένοι κανείς δε θέλει να μάθει τι ‘ναι αυτό ακριβώς. Μα πρέπει να δειχτούν οι αναγκεμένοι, πρέπει να πουν: είμαι τυφλός, ή μου ‘ρθεν η σκέψη αυτό να γίνω, ή δε νιώθω καλά πάνω στη γη, ή έχω ένα άρρωστο παιδί, ή μια που προσαρμόστηκα θα μείνω…
Κι ίσως ίσως δεν είναι μήτ’ αυτό αρκετό. Και γιατί, εξ άλλου, όπως τα πράγματα, όλοι, ο ένας τον άλο προσπερνούν, πρέπει να τραγουδήσουν. Κι εδώ καλό τραγούδι ακούει κανείς ακόμη. Οι άνθωποι φυσικά, παράξενοι είναι. Προτιμούν ευνούχους σε παιδικές χορωδίες ν’ ακούν. Μα κι ο ίδιος ο Θεός έρχεται και τους ακούει επί ώρες αν οι άλλοι, οι αναγκεμένοι τον πολυενοχλούν.

Τις πόρτες των σπιτιών αράδα παίρνω
πάντα, και με την κάψα και με τη βροχή
ξαφνικά το δεξί μου αυτί μες το δεξί μου χέρι φέρνω.
Μπρος μου, ύστερα, η φωνή μου μπαίνει,
από ανέκαθεν σα να μου ήταν ξένη.

Τότε, δεν ξέρω σίγουρα εδώ ποιος φωνάζει,
να ‘ναι ένας άλλος τάχα, ή να ‘μαι εγώ;
Κραυγάζω για κάτι τι μικρό.
Κάθε Ποιητής για πιο πολλά κραυγάζει.

Τέλος, και με τα μάτια μου τα δυό,
ακόμη και το πρόσωπο μου κλείνω
και καθώς ύστερα μ’ όλο το βάρος του πλαγιάζει
στο χέρι μου, μοιάζει σα να ησυχάζει:
μόνο και μόνο για να μη νομίσουν πως
δεν είχα που την κεφαλή να κλίνω.

Ευαγγελισμός

24/10/2010
Γυναίκα που πλέκει, Λάδι σε Μουσαμά Επικολλημέ...

Image via Wikipedia

Τα λόγια του Αγγέλου

Δεν είσαι πιο κοντά στο Θεό απ’ όσο εμείς μακριά του
όλοι είμαστε.
Αλλ’ έχεις εσύ τα χέρια ευλογημένα θαυμάσια.
Δεν ουρμάζουνε σ’ άλλη γυναίκα τόσο, έξω απ’ το ρούχο, φεγγερά:
Η μέρα εγώ ‘μαι, εγώ η δροσιά,
το δέντρο, όμως, εσύ σαι.

Απόκαμα, ο δρόμος μακρύς, συγγνώμη, ξέχασα ό,τι ο μέγας, που καθόταν σε χρυσά στολίδια, ως σε ήλιον
να σου πω, ω! σύννους, μ’ έστειλε:
Με τάραξε το μέγα διάστημα. Δες: εγώ ‘μαι η Αρχή
το δέντρο όμως, εσύ ‘σαι.

Άπλωσα τις φτερούγες μου κι αλλόκοτα έχω γίνει φαρδύς – το μικρό σπίτι σου τώρα έχει ξεχειλίσει απ’ το μεγάλο ρούχο μου.
Κι όμως, τόσο είσαι μοναχή, καθώς ποτέ, και μόλις που με θωρείς. Αυτό ‘ναι
τι ‘μαι μια πνοή σ’ άλσος εγώ,
το δέντρο, όμως, εσύ ‘σαι.

Τόσο αγωνιούσαν οι Άγγελοι που άφησαν ο ένας τον άλλο: ποτέ ο πόθος δεν ήτανε μέγας κι αβέβαιος τόσο.
Κάτι, ίσως, γιατί θα γενεί
που εσύ, στ’ όνειρο μόνο νιώθεις.
Χαίρε, η ψυχή μου ξάνοιξε: είσαι έτοιμη, ωριμάζεις.
Θύρα τρανή, θύρα αψηλή και θ ‘ανοιχτείς σε λίγο.
Ω! αγαπητότατε. Εσύ, αυτί,
του τραγουδιού μου, τώρα νιώθω: χάθηκε ο λόγος μου μέσα σου, όπω ςσε δάσος.

Έτσι ήρθα και σε γιόμισα με χίλια όνειρα κι ένα.
Ο Θεός μ’ είδε: θαμπώθηκε…

Το δένρο, όμως, εσύ, ‘σαι.

Χτες και προχτές ήσυχες μέρες (2)

23/10/2010
Βυθισμένη βάρκα στην Κέρκυρα

Image via Wikipedia

Αθήνα Τετάρτη βράδυ. 9/9/’36

Χτες και προχτές ήσυχες μέρες. Ξεκούραση τη Δευτέρα, κούραση την Τρίτη. Σήμερα ανέβηκα στην Εκάλη. Έμεινα όλο το απόγευμα με το φίλο μου1. Τώρα η ανυπομονησία. Που βρίσκεσαι; Που βρισκόμαστε; Ώσπου να πιάσω την πένα διάβαζα. Έπειτα σηκώθηκα ψιθυρίζοντας: «Ας έρθει κι ας γίνει ό,τι γίνει.» Είμαι γεμάτος από την επιθυμία να περπατήσω προς εσένα. Γυρεύω τα σκυλιά που γαβγίζουν μέσα στη νύχτα. Κι όμως η νύχτα δεν ήταν πάντα η καλύτερη. Τώρα, κλεισμένος μέσα στο φως της λάμπας του γραφείου μου, συλλογίζομαι τα δώρα της μέρας που μου δόθηκαν πριν τόσο λίγο καιρό, που θα τα βλέπω πάντα και που δε θα τα ξαναβρώ ποτέ πια. Ένα ξεκίνμα την αυγή2 και μια φωτιά στο αντικρυνό βουνό, καινούργια σα να ‘ταν η πρώτη φωτιά του κόσμου. Μια άλλη φωτιά, γυρίζοντας, και το ξερό τρίξιμο των κλαδιών που τα κερδίζει η φλόγα, άπειρα ζωηρό και θεληματικό. Ανάμεσα σ’ αυτές τις δυο αναλαμπές είναι βαλμένος ένας κόσμος ολόκληρος, σα μια μακρινή πατρίδα που μας την έχουν στερήσει: η θάλασσα, τα πεύκα, οι ώρες του βουνού και της ακρογιαλιάς, τα βότανα με τις επίμονες ευωδιές και που δεν ξέραμε τ’ όνομά τους. Απλά, κοινά πράγματα βγαλμένα ξαφνικά και ανεξήγητα από την καθημερινή τους υπομονετική ζωή για να σχηματίσουν ένα παραμύθι της Χαλιμάς μ’ ένα γαζέλα3 που στέκεται κοιτάζοντας ξαφνισμένο…

Εδώ πρέπει να σταματήσω. Ο Χατζή-Μουράτ δεν εννοεί να μ’ αφήσει. Είναι κάποτε αληθινά ελεεινός. Γιώργος

1 Τον Γιώργο Αποστολίδη στον οποίο είναι αφιερωμένο το ποίημα Η Στέρνα. Ο Αποστολίδης κατοικούσε τότε στην Εκάλη, γιατί είχε προσβληθεί από φυματίωση. Αργότερα πήγε στην Ελβετία για θεραπεία.
2 «Στις 21 Αυγούστου ημέρα Παρασκευή, κάναμε οι δυό μας μια εκδρομή στο Ναό της Αφαίας στην Αίγινα. Ξεκινήσαμε τα χαράματα από την Περιβόλα όπου έμενα. Πήραμε ένα κακοτράχαλο μονοπάτι και αφήνοντας το Όρος δεξιά μας φτάσαμε στο Αετοχώρι. Ήταν ακόμη σκοτεινά και οι χωρικοί άναβαν φωτιές στις πλαγιές. Στο χωριό μια γυναίκα που είχε ανάψει το φούρνο της μας φίλεψε ζεστό ψωμί, ελιές και ούζο. Πήραμε ύστερα την κατηφόρα προς την ανατολική μεριά ώσπου αντικρύσαμε τη θάλασσα. Κάτω η Αγία Μαρίνα. Κατεβήκαμε και πέσαμε στα νερά. Απόλυτη ερημιά, βράχια και σπηλιές. Ύστερα ανεβήκαμε ξυπόλητοι στο Ναό, όπου έξω απ’ τ’ αδειανό σπίτι του φύλακα βρήκαμε ένα σταμνί νερό. Ξεπλυθήκαμε από το αλάτι, που μας έκαιγε το κορμί, ήπιαμε και ξεδιψάσαμε. Αυτό το σταμνί δεν έλεγε να στερέψει. Σαν πήρε να σουρουπώνει, ακούσαμε το βόμβο του αυτοκινήτου και μετά από λίγο το τρανταχτό γέλιο του Σικελιανού, που είχε έρθει μαζί με την αδελφή του Γιώργου, την Ιωάννα, να μας βρουν. Οι αναμνήσεις εκείνης της μέρας έρχονται και ξανάρχονται στην ποίησή του.

Τώρα κοιμάσαι (1)

23/10/2010
Greek: Η παρούσα απεικονίζει το λιμάνι της Αίγ...

Image via Wikipedia

Πέμπτη, 2 το πρωί 1 Αθήνα, 4/9/1936

Τώρα κοιμάσαι. Για να μπορέσω να σου γράψω πρέπει να περιμένω ως τις 8:15. Θα ήταν υπερβολικό. Αυτό σημαίνει ότι δεν ξέρω ακόμη να σου μιλώ με τα γράμματα. Είναι κι αυτό μια γυμναστική που εύχομαι να μη χρειαστεί να δοκιμάσω.
Εκτός απ’ τον ύπνο σου μ’ ενοχλεί ακόμα το δένδρο κάου κάου2 που το αισθάνομαι να κουνιέται έξαλλο και παλαβό μέσα στη νύχτα. Έχω την εντύπωση πως με κοροϊδεύει. Αν αρχίσουν ακόμη και τα άψυχα να μας κυνηγούν, θα είναι πολύ δύσκολη η αντίσταση.
Κοίταξα σήμερα το απόγευμα το κυπαρίσσι3 που σ’αρέσει. Ήτανε στα καλά του. Ίσως γιατί ο ουρανός είχε πάρει το χρώμα που βρήκαμε τόσο ωραίο στο μοναστήρι4. Ψυχρό σα σμάλτο. Έπειτα κουβέντιασα με τον Χατζή-Μουράτ5. Έχει πολύ παράξενες ιδέες για σένα και κάποια ζήλια, καθώς υποψιάζομαι. Θα σου την πω κάποτε.
Βλέπεις, δεν είμαι άσχημα, μολονότι το κεφάλι μου είναι όσο παίρνει άδειο. Φαντάζομαι πως μου έκανε καλό ο χθεσινός γυρισμός. Πάνω στο κατάστρωμα εκτός από δυό πολύ σοβαρούς κυρίους δεν ήταν άλλος από μένα. Συλλογιζόμουνα το ταξίδι με το καράβι. Θα ήθελα για να είναι όλα καλά να έχει κι έναν καραβόσκυλο. – «Αχ! έχει θέληση ο …» Γιατί να μη μπορώ να τ’ ακούσω τώρα; Γιώργος
1 «Μόλις είχε επιστρέψει με το βραδινό βαποράκι της γραμμής από Αίγινα όπου κάναμε διακοπές. Εγώ είχα παραμείνει στην Αίγινα» (Μ.)
2 «Κάου κάου είχε ονομάσει ένα δένδρο νομίζω καβάκι που είχε φυτρώσει στη μάντρα ενός περιβολιού δίπλα από το σπίτι που έμενα στην Αίγινα» (Μ.)
3. Το κυπαρίσσι αυτό βρισκόταν στον κήπο της οικίας Φλώρου την οποία ενοικίαζε η αδελφή του ποιητή Ιωάννα τα καλοκαίρια. Εκεί έμενε ο Σεφέρης όταν πήγαινε διακοπές στην Αίγινα
4. Πρόκειται για το Μοναστήρι του Πόρου (Μονή Ζωοδόχου Πηγής)
5. «Σε μια μικρή μάλλινη τίγρη είχε δώσει το όνομα του περίφημου παλαιστή από τον Καύκασο για τον οποίο έγραψε την ομώνυμη νουβέλα του (1903) ο Λέων Τολστόι. Όταν έφυγε για Κορυτσά μου έδωσε τον Χατζή-Μουράτ να με φυλάει. Τον έχω ακόμα.» (Μ.)