Μακρινή Πατρίδα
Ω! μακρινή εξαίσια πατρίδα - το νου μου θαμπώνεις με το άγνωστο μεγαλείο σου!
Ωραίο Φθινοπωρινό πρωί
Κορυτσά Καλοκαίρι, 1937 (Έλληνικό Προξενείο, Κορυτσά – Πρόξενος Γ. Σεφέρης)
Να που μ’ αρέσουν επιτέλους αυτά τα βουνά
μ’ αυτό το φως με δέρμα ρυτιδωμένο σαν την κοιλιά του ελέφαντα
όταν τα μάτια του στενεύουν απ’ τα χρόνια.
Νά που μ’ αρέσουν αυτές οι λεύκες, δεν είναι
πολλές
σηκώνοντας τους ώμους μέσα στον ήλιο.
Οι αψηλοί γκέγκηδες
οι κοντοί τόσκηδες το καλοκαίρι με τα δρεπάνια
και το χειμώνα με τα τσεκούρια
κι όλο τα ίδια ξανά και ξανά, ίδιες κινήσεις στα ίδια σώματα
κόπηκε η μονοτονία.
Τι λέει ο Μουεζίνης στην άκρη του μιναρέ; για πρόσεξε
Έσκυψε ν’ αγκαλιάσει μια ξανθή κούκλα στο πλαινό μπαλκόνι.
Αυτή ανεμίζει δυό ρόδινα χεράκια στον ουρανό δεν παραδέχεται να τη βιάζουν
Ωστόσο γέρνει ο μιναρές και το μπαλκόνι σαν τον πύργο της Πίζας
ακούς μονάχα ψιθυρίσματα, δεν είναι τα φύλλα μήτε το νερό
“αλλάχ! αλλάχ!” δεν είναι μήτε τ’ αγεράκι,
παράξενη προσευχή
ένας κόκορας λάλησε,πρέπει να ‘ναι ξανθός
ώ ψυχή ερωτευμένη που πέταξες στα ύψη!
Να που μ’ αρέσουν επί τέλους αυτά τα
βουνά, έτσι κουλουριασμένα
το γερασμένο κοπάδι τριγύρω μου μ’ αυτές τις ρυτίδες
σκέφτηκε κανείς να πει τη μοίρα ενός βονού όπως κοιτάζει μια παλάμη
σκέφτηκε κανείς;…
΄Ω εκείνη η επίμονη σκέψη κλεισμένη σ’ ένα κουτί
αδειανό, θεληματική
χτυπώντας αδιάκοπα το χαρτόνι, όλη τη νύχτα
σαν ποντικός που ροκανίζει το πάτωμα
Κόπηκε η μονοτονία, ω εσύ που πέταξες στα ύψη
να που μ’ αρέσει
κι ατό το βουβάλι του μακεδονίτικου κάμπου
τόσο υπομονετικό
τόσο αβίαστο, σα να το ξέρει πως δεν φτάνει κανείς πουθενά
θυμίζει τ’ αγέρωχο κεφάλι του πολεμόχαρου Βερκινγετόριξ
Tel qu’ en lui-même enfin l’ éternité le change.
1937, Κορυτσά – “Ωραίο Φθινοπωρινό Πρωί”, Γιώργος Σεφέρης – “Ημερολόγιο Καταστρώματος Α΄”, Α΄έκδοση: Τυπογραφείο Ταρουσόπουλου, Αθήνα 1940 -
source
Το τραγούδι του ζητιάνου
Οι Φωνές – Έξι κομμάτι με τον τίτλο τους
Καλά ‘καναν οι πλούσιοι να σωπάσουν κ’ οι ευτυχισμένοι κανείς δε θέλει να μάθει τι ‘ναι αυτό ακριβώς. Μα πρέπει να δειχτούν οι αναγκεμένοι, πρέπει να πουν: είμαι τυφλός, ή μου ‘ρθεν η σκέψη αυτό να γίνω, ή δε νιώθω καλά πάνω στη γη, ή έχω ένα άρρωστο παιδί, ή μια που προσαρμόστηκα θα μείνω…
Κι ίσως ίσως δεν είναι μήτ’ αυτό αρκετό. Και γιατί, εξ άλλου, όπως τα πράγματα, όλοι, ο ένας τον άλο προσπερνούν, πρέπει να τραγουδήσουν. Κι εδώ καλό τραγούδι ακούει κανείς ακόμη. Οι άνθωποι φυσικά, παράξενοι είναι. Προτιμούν ευνούχους σε παιδικές χορωδίες ν’ ακούν. Μα κι ο ίδιος ο Θεός έρχεται και τους ακούει επί ώρες αν οι άλλοι, οι αναγκεμένοι τον πολυενοχλούν.
Τις πόρτες των σπιτιών αράδα παίρνω
πάντα, και με την κάψα και με τη βροχή
ξαφνικά το δεξί μου αυτί μες το δεξί μου χέρι φέρνω.
Μπρος μου, ύστερα, η φωνή μου μπαίνει,
από ανέκαθεν σα να μου ήταν ξένη.
Τότε, δεν ξέρω σίγουρα εδώ ποιος φωνάζει,
να ‘ναι ένας άλλος τάχα, ή να ‘μαι εγώ;
Κραυγάζω για κάτι τι μικρό.
Κάθε Ποιητής για πιο πολλά κραυγάζει.
Τέλος, και με τα μάτια μου τα δυό,
ακόμη και το πρόσωπο μου κλείνω
και καθώς ύστερα μ’ όλο το βάρος του πλαγιάζει
στο χέρι μου, μοιάζει σα να ησυχάζει:
μόνο και μόνο για να μη νομίσουν πως
δεν είχα που την κεφαλή να κλίνω.
Ευαγγελισμός
Τα λόγια του Αγγέλου
Δεν είσαι πιο κοντά στο Θεό απ’ όσο εμείς μακριά του
όλοι είμαστε.
Αλλ’ έχεις εσύ τα χέρια ευλογημένα θαυμάσια.
Δεν ουρμάζουνε σ’ άλλη γυναίκα τόσο, έξω απ’ το ρούχο, φεγγερά:
Η μέρα εγώ ‘μαι, εγώ η δροσιά,
το δέντρο, όμως, εσύ σαι.
Απόκαμα, ο δρόμος μακρύς, συγγνώμη, ξέχασα ό,τι ο μέγας, που καθόταν σε χρυσά στολίδια, ως σε ήλιον
να σου πω, ω! σύννους, μ’ έστειλε:
Με τάραξε το μέγα διάστημα. Δες: εγώ ‘μαι η Αρχή
το δέντρο όμως, εσύ ‘σαι.
Άπλωσα τις φτερούγες μου κι αλλόκοτα έχω γίνει φαρδύς – το μικρό σπίτι σου τώρα έχει ξεχειλίσει απ’ το μεγάλο ρούχο μου.
Κι όμως, τόσο είσαι μοναχή, καθώς ποτέ, και μόλις που με θωρείς. Αυτό ‘ναι
τι ‘μαι μια πνοή σ’ άλσος εγώ,
το δέντρο, όμως, εσύ ‘σαι.
Τόσο αγωνιούσαν οι Άγγελοι που άφησαν ο ένας τον άλλο: ποτέ ο πόθος δεν ήτανε μέγας κι αβέβαιος τόσο.
Κάτι, ίσως, γιατί θα γενεί
που εσύ, στ’ όνειρο μόνο νιώθεις.
Χαίρε, η ψυχή μου ξάνοιξε: είσαι έτοιμη, ωριμάζεις.
Θύρα τρανή, θύρα αψηλή και θ ‘ανοιχτείς σε λίγο.
Ω! αγαπητότατε. Εσύ, αυτί,
του τραγουδιού μου, τώρα νιώθω: χάθηκε ο λόγος μου μέσα σου, όπω ςσε δάσος.
Έτσι ήρθα και σε γιόμισα με χίλια όνειρα κι ένα.
Ο Θεός μ’ είδε: θαμπώθηκε…
Το δένρο, όμως, εσύ, ‘σαι.
Χτες και προχτές ήσυχες μέρες (2)
Αθήνα Τετάρτη βράδυ. 9/9/’36
Χτες και προχτές ήσυχες μέρες. Ξεκούραση τη Δευτέρα, κούραση την Τρίτη. Σήμερα ανέβηκα στην Εκάλη. Έμεινα όλο το απόγευμα με το φίλο μου1. Τώρα η ανυπομονησία. Που βρίσκεσαι; Που βρισκόμαστε; Ώσπου να πιάσω την πένα διάβαζα. Έπειτα σηκώθηκα ψιθυρίζοντας: “Ας έρθει κι ας γίνει ό,τι γίνει.” Είμαι γεμάτος από την επιθυμία να περπατήσω προς εσένα. Γυρεύω τα σκυλιά που γαβγίζουν μέσα στη νύχτα. Κι όμως η νύχτα δεν ήταν πάντα η καλύτερη. Τώρα, κλεισμένος μέσα στο φως της λάμπας του γραφείου μου, συλλογίζομαι τα δώρα της μέρας που μου δόθηκαν πριν τόσο λίγο καιρό, που θα τα βλέπω πάντα και που δε θα τα ξαναβρώ ποτέ πια. Ένα ξεκίνμα την αυγή2 και μια φωτιά στο αντικρυνό βουνό, καινούργια σα να ‘ταν η πρώτη φωτιά του κόσμου. Μια άλλη φωτιά, γυρίζοντας, και το ξερό τρίξιμο των κλαδιών που τα κερδίζει η φλόγα, άπειρα ζωηρό και θεληματικό. Ανάμεσα σ’ αυτές τις δυο αναλαμπές είναι βαλμένος ένας κόσμος ολόκληρος, σα μια μακρινή πατρίδα που μας την έχουν στερήσει: η θάλασσα, τα πεύκα, οι ώρες του βουνού και της ακρογιαλιάς, τα βότανα με τις επίμονες ευωδιές και που δεν ξέραμε τ’ όνομά τους. Απλά, κοινά πράγματα βγαλμένα ξαφνικά και ανεξήγητα από την καθημερινή τους υπομονετική ζωή για να σχηματίσουν ένα παραμύθι της Χαλιμάς μ’ ένα γαζέλα3 που στέκεται κοιτάζοντας ξαφνισμένο…
Εδώ πρέπει να σταματήσω. Ο Χατζή-Μουράτ δεν εννοεί να μ’ αφήσει. Είναι κάποτε αληθινά ελεεινός. Γιώργος
1 Τον Γιώργο Αποστολίδη στον οποίο είναι αφιερωμένο το ποίημα Η Στέρνα. Ο Αποστολίδης κατοικούσε τότε στην Εκάλη, γιατί είχε προσβληθεί από φυματίωση. Αργότερα πήγε στην Ελβετία για θεραπεία.
2 “Στις 21 Αυγούστου ημέρα Παρασκευή, κάναμε οι δυό μας μια εκδρομή στο Ναό της Αφαίας στην Αίγινα. Ξεκινήσαμε τα χαράματα από την Περιβόλα όπου έμενα. Πήραμε ένα κακοτράχαλο μονοπάτι και αφήνοντας το Όρος δεξιά μας φτάσαμε στο Αετοχώρι. Ήταν ακόμη σκοτεινά και οι χωρικοί άναβαν φωτιές στις πλαγιές. Στο χωριό μια γυναίκα που είχε ανάψει το φούρνο της μας φίλεψε ζεστό ψωμί, ελιές και ούζο. Πήραμε ύστερα την κατηφόρα προς την ανατολική μεριά ώσπου αντικρύσαμε τη θάλασσα. Κάτω η Αγία Μαρίνα. Κατεβήκαμε και πέσαμε στα νερά. Απόλυτη ερημιά, βράχια και σπηλιές. Ύστερα ανεβήκαμε ξυπόλητοι στο Ναό, όπου έξω απ’ τ’ αδειανό σπίτι του φύλακα βρήκαμε ένα σταμνί νερό. Ξεπλυθήκαμε από το αλάτι, που μας έκαιγε το κορμί, ήπιαμε και ξεδιψάσαμε. Αυτό το σταμνί δεν έλεγε να στερέψει. Σαν πήρε να σουρουπώνει, ακούσαμε το βόμβο του αυτοκινήτου και μετά από λίγο το τρανταχτό γέλιο του Σικελιανού, που είχε έρθει μαζί με την αδελφή του Γιώργου, την Ιωάννα, να μας βρουν. Οι αναμνήσεις εκείνης της μέρας έρχονται και ξανάρχονται στην ποίησή του.
Τώρα κοιμάσαι (1)
Πέμπτη, 2 το πρωί 1 Αθήνα, 4/9/1936
Τώρα κοιμάσαι. Για να μπορέσω να σου γράψω πρέπει να περιμένω ως τις 8:15. Θα ήταν υπερβολικό. Αυτό σημαίνει ότι δεν ξέρω ακόμη να σου μιλώ με τα γράμματα. Είναι κι αυτό μια γυμναστική που εύχομαι να μη χρειαστεί να δοκιμάσω.
Εκτός απ’ τον ύπνο σου μ’ ενοχλεί ακόμα το δένδρο κάου κάου2 που το αισθάνομαι να κουνιέται έξαλλο και παλαβό μέσα στη νύχτα. Έχω την εντύπωση πως με κοροϊδεύει. Αν αρχίσουν ακόμη και τα άψυχα να μας κυνηγούν, θα είναι πολύ δύσκολη η αντίσταση.
Κοίταξα σήμερα το απόγευμα το κυπαρίσσι3 που σ’αρέσει. Ήτανε στα καλά του. Ίσως γιατί ο ουρανός είχε πάρει το χρώμα που βρήκαμε τόσο ωραίο στο μοναστήρι4. Ψυχρό σα σμάλτο. Έπειτα κουβέντιασα με τον Χατζή-Μουράτ5. Έχει πολύ παράξενες ιδέες για σένα και κάποια ζήλια, καθώς υποψιάζομαι. Θα σου την πω κάποτε.
Βλέπεις, δεν είμαι άσχημα, μολονότι το κεφάλι μου είναι όσο παίρνει άδειο. Φαντάζομαι πως μου έκανε καλό ο χθεσινός γυρισμός. Πάνω στο κατάστρωμα εκτός από δυό πολύ σοβαρούς κυρίους δεν ήταν άλλος από μένα. Συλλογιζόμουνα το ταξίδι με το καράβι. Θα ήθελα για να είναι όλα καλά να έχει κι έναν καραβόσκυλο. – “Αχ! έχει θέληση ο …” Γιατί να μη μπορώ να τ’ ακούσω τώρα; Γιώργος
1 “Μόλις είχε επιστρέψει με το βραδινό βαποράκι της γραμμής από Αίγινα όπου κάναμε διακοπές. Εγώ είχα παραμείνει στην Αίγινα” (Μ.)
2 “Κάου κάου είχε ονομάσει ένα δένδρο νομίζω καβάκι που είχε φυτρώσει στη μάντρα ενός περιβολιού δίπλα από το σπίτι που έμενα στην Αίγινα” (Μ.)
3. Το κυπαρίσσι αυτό βρισκόταν στον κήπο της οικίας Φλώρου την οποία ενοικίαζε η αδελφή του ποιητή Ιωάννα τα καλοκαίρια. Εκεί έμενε ο Σεφέρης όταν πήγαινε διακοπές στην Αίγινα
4. Πρόκειται για το Μοναστήρι του Πόρου (Μονή Ζωοδόχου Πηγής)
5. “Σε μια μικρή μάλλινη τίγρη είχε δώσει το όνομα του περίφημου παλαιστή από τον Καύκασο για τον οποίο έγραψε την ομώνυμη νουβέλα του (1903) ο Λέων Τολστόι. Όταν έφυγε για Κορυτσά μου έδωσε τον Χατζή-Μουράτ να με φυλάει. Τον έχω ακόμα.” (Μ.)
Γράμματα στη Μαρώ
Εξαιρετικό βιβλίο είναι το “Γράμματα στη Μαρώ” του Γεωργίου Σεφέρη. Το βιβλίο είναι σε δύο τόμους. O 1ος τόμος καλύπτει τα έτη ’36-’41 – χρονιά που παντρεύτηκαν – καθώς έφυγαν με την είσοδο των Γερμανών στην Αθήνα για την Αίγυπτο – (χαρακτηριστική ατάκα του Γ. Σεφέρη: “Οι Γερμανοί μας πάντρεψαν “)
To 1936 o Γ. Σεφέρης είναι 36 ετών εργάζεται στην Α΄διεύθυνση πολιτικών υποθέσεων του Υπουργείου Εξωτερικών και διαμένει με τον πατέρα του τον καθηγητή Στυλιανό Σεφεριάδη, στην οδό Κυδαθηναίων 9. Τον φιλικό του κύκλο εκείνης της εποχής αποτελούν ο Γ. Αποστολίδης, ο Δ.Ι. Αντωνίου, ο Γ. Κατσίμπαλης, ο Κων/νος Τσάτσος και ο Ν. Κριτικός. Ο μακροχρόνιος δεσμός του με την μουσικοκριτικό Λουκία Φωτοπούλου πνέει τα λοίσθια. Το κάλλος και άλλων γυναικών βασανίζει τη σωφροσύνη του ποιητή.
Συχνά στις κοσμικές στήλες των αθηναϊκών εφημερίδων του μεσοπολέμου εμφανίζονται τα ονόματα του Αντρέα και της Μαρίκας Λόντου (το γένος Ζάννου). Το ζεύγος παρευρίσκεται σε χορούς, σε δεξιώσεις και σε χαρτοπαιχτικές εσπερίδες. Η συζυγική ωστόσο σχέση έχει από καιρού υποστεί ανεπανόρθωτο κλονισμό. Την τελική ωστόσο απόφαση για την αμοιβαία αποδέσμευση επιβραδύνουν δύο κυρίως λόγοι: η φροντίδα για την ανατροφή και εκπαίδευση των παιδιών και ο πειθαναγκασμός που ασκεί η θεία του Αντρέα Λόντου, η Άννα Λόντου, η οποία είναι ο μοναδικός διαθέτης μιας σημαντικής κληρονομιάς.
Η Μαρίκα Λόντου είχε γνωρίσει εξ όψεως τον Γιώργο Σεφέρη σε μια εκδρομή στο Σούνο το καλοκαίρι του 1935. Το ποιήματα του βέβαια τα ήξερε από παλιά, ορισμένα μάλιστα τα είχε αποστηθίσει. Οι επίσημες ωστόσο συστάσεις έγιναν σε μια εσπερίδα στις αρχές του 1936. Η ευπροσηγορία, η γλυκυθυμία και η ογκολιθική αυτοπεποίθηση του ποιητή (και διπλωμάτη) εντυπωσίασαν τη νεαρή Κυρία και αυτός ο εντυπωσιασμός στάθηκε έρωτος αρχή. Έτσι το καλοκαίρι του ίδιου χρόνου, ο Γιώργος και η Μαρώ (επίνοια του ποιητή – prebe aurem!) παραθερίζουν κάτω από διαφορετική στέγη φυσικά στην Αίγινα, στο νησί με τις βαθιές θαλασσινές σπηλιές. Το γεγονός βέβαια δεν περνάει απαρατήρητο – ο κύκλος της Αίγινας είναι μικρός, φλύαρος και φθονερός.
Τίποτε δεν αγριεύει τη φλόγα του έρωτα λένε περισσότερο άπό τη δυσφορία του οικογενειακού περιβάλλοντος, των ερωτευμένων. Έτσι ούτε οι νουθεσίες του Στυλιανού Σεφεριάδη ούτε οι οργίλες συστάσεις και οι λοιδορίες του Αντρέα Λόντου που βέβαια κάποτε πληροφορήθηκε τα καθέκαστα είχαν κατασταλτικά αποτελέσματα. Ακόμη και η αιφνίδια και ανεξήγητη μετάθεσε του ποιητή στο Προξενείο της Κορυτσάς (φθινόπωρο του ’36) αντί να αποκοιμίσει όπως ήλπισαν πολλοί, αναρρίπισε βίαια το καλοκαιρινό αίσθημα.
Δεν λείπουν φυσικά και οι παλινωδίες. Η σχέση χειμάζεται σκληρά τον 8ο του ’37 όταν ο ποιητής ταξιδεύει από την Κορυτσά στην Αθήνα για να συζητήσει με τον Α. Λόντο και να αναλάβει τις ευθύνες του. Το δίλημμα που ο σύζυγος έθεσε στην Μαρώ ήταν: “τον ποιητή ή τα παιδιά” – Είναι ο δρόμος του καθήκοντος πάντοτε τραχύς και ανάντης. Όνειρα θολερά, σκοτοδίνες αλλόκοτες, αδιαθεσίες ριγηλές βασανίζουν για μήνες τη γυναίκα που σήκωσε το βάρος της ευθύνης του χωρισμού. Ο ποιητής φεύγει για ολιγοήμερες διακοπές στο Πήλιο, ξαναγυρίζει στην Κορυτσά, σκίζει τα γράμματα που είχε λάβει ως τότε και βυθίζεται στη σιωπή. Μάταιος κόπος: Στο στήθος μέσα η πληγή ανοίγει πάλ…
Το φθινόπωρο του ίδιου χρόνου τα πράγματα έχουν άρδην μεταβληθεί. Το πείσμα και η αδιαλλαξία του Αντρέα Λόντου έχουν μαλακώσει. Άλλες είναι άλλωστε οι φροντίδες που τώρα τον απασχολούν. Έτσι η γυναίκα που έφυγε το άλλο καλοκαίρι μπορεί, ελεύθερη από ουσισιαστικές και τυπικές δεσμεύσεις να περιμένει απροειδοποίητα τον ποιητή σε μια γωνιά του σιδηροδρομικού σταθμού.
Στα χρόνια που ακολουθούν, δίσεκτα για τον τόπο, η σχέση ταλανίζεται από δοκιμασίες ιδιωτικές και δημόσιες. Όμως το κέντρο του βάρους της έχει ήδη μετατοπισθεί από το αμμώδες υπόστρωμα των φευγαλέων εξάρσεων στην πέτρα της υπομονής, της αγάπης, της συντροφικότητας. Τον Απρίλιο του 1941 ο δεσμός επισημοποιείται σχεδόν αναγκαστικώς λίγο προτού αναχωρίσει το ζεύγος για την Αίγυπτο. “Κουμπάρος μας” έλεγε χαριτολογώντας ο ποιητής “στάθηκε ο … Χίτλερ”.
Μ. Ζ. Κοπιδάκης Αθήνα 15.4.2005
Ένα καλοκαιρινό δειλινό του 1986 στο αυλιδάκι με τη ρόδινη λεύκα της οδού Άγρας 20 παρουσία του Γιώργου και της Λένας Σαββίδη, η Μαρώ Σεφέρη, με το βλέμμα βουρκωμένο μου εμπιστεύτηκε το σώμα των επιστολών που είχε ανταλλάξει με τον ποιητή κατά την 4ετία 1936-1940. Ομογνωμονήσαμε πάραυτα και στα τρία καίρια σημεία που αφορούσαν στον καταρτισμό της έκδοσης: Πρώτον τα κείμενα θα δημοσιεύονταν δίχως περικοπές. Τι να περικόψεις άλλωστε από τα λόγια των ερωτευμένων; Δεύτερον ο σχολιασμός δεν θα ήταν φορτικός παρά θα περιοριζόταν στα απολύτως αναγκαία. Τρίτον, επειδή ένιοι από τους δευτεραγωνιστές της cause celébre ζούσαν ακόμη θα απέφευγα να αναρριπίσω τα ζώπυρα, πείσματα και γινάτια που υποβόσκουν σε γεροντικές ψυχές.
Γιώργος Σεφέρης
Μέρες του '45
Ο Πόρος τη δεκαετία του '50